κατορθώσῃ

κατορθώσῃ
κατορθώσηι , κατόρθωσις
setting straight
fem dat sg (epic)
κατορθόω
set upright
aor subj mid 2nd sg
κατορθόω
set upright
aor subj act 3rd sg
κατορθόω
set upright
fut ind mid 2nd sg
κατορθόω
set upright
aor subj mid 2nd sg
κατορθόω
set upright
aor subj act 3rd sg
κατορθόω
set upright
fut ind mid 2nd sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • επίτευξη — η (AM ἐπίτευξις) [επιτυγχάνω] επιτυχία, κατόρθωση, πραγματοποίηση (α. «επίτευξη δανείου» β. «εὐκαιρία χρόνου ἐπίτευξις, ἐν ᾧ χρὴ παθεῑν τι ἢ ποιῆσαι», Πλάτ.) αρχ. 1. ευστοχία 2. ευτυχία, επιτυχία 3. συζήτηση, διάλογος …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”